Θεογέφυρο


Το Θεογέφυρο είναι ένα από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της περιοχής, για το οποίο έγραψαν επώνυμοι και ανώνυμοι ιστορικοί. Άνθρωποι στους οποίους οφείλουμε πάρα πολλά για την γνώση της ιστορίας μας.Ανάμεσά τους ο Παναγιώτης Αραβαντινόςο Λόρδος Βύρων, ο ήδη αναφερθείς κατ΄ επανάλειψη Ιωάννης Λαμπρίδης, ο Πουκεβίλκαι τόσοι άλλοι.

Η ονομασία του ΘΕΟΓΕΦΥΡΟ Ελληνική, παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες περιοχές και τοποθεσίες στην περιοχή των Κουρεντοχωρίων, έχουν σλαβική ή αλβανική ετοιμολογία.
Θεογέφυρο. Γεφύρι φτιαγμένο από τον Θεό. Έτσι το αποκαλούσαν ανέκαθεν οι κάτοικοι της περιοχής. Αλλά και οι ιστορικοί έτσι το μνημονεύουν
Από τα σπάνια γεωλογικά φαινόμενα, αποτέλεσμα ή καλύτερα έργο των ορμητικών νερών του Καλαμά. Έχει μήκος περίπου 45 μέτρα, πλάτος 3-4 μέτρα και βρίσκεται 20 περίπου μέτρα πιο ψηλά από τα νερά του ποταμού.
Το σχήμα του όμοιο με αυτό που το ανθρώπινο χέρι έχει δώσει στα διάφορα πέτρινα γεφύρια. Τοξωτό. Με την διαφορά ότι η φύση, που πήρε την θέση του ανθρώπινου παράγοντα στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν τόσο λεπτομερειακή. Τόσο τελειομανής. Περιορίστηκε στο να δώσει ένα βασικό σχήμα στο γεφύρι και απέφυγε τις λεπτομέρειες.
Η διαδρομή του Θύαμη, μετά την πεδιάδα της Βελλάς, συνεχίζεται μέσα από απότομους βράχους και γκρεμούς. Ειδικότερα μετά το χωριό Καταρράκτης η μορφολογία του εδάφους είναι τέτοια που υποχρέωνε, χρόνια τώρα τα νερά του Καλαμά να κονταροχτυπιούνται με τους βράχους.
Αργά αλλά υπομονετικά σ΄ αυτή την ιδιόμορφη μονομαχία τα νερά ήταν αυτά που άλλαξαν την μορφή του τοπίου. Οι βράχοι σιγά-σιγά νικήθηκαν. Υποχώρησαν. Η διάβρωση του εδάφους από τα νερά ήταν τέτοια στο πέρασμα του χρόνου, που οι χαράδρες μεγάλωσαν. Το τοπίο έγινε ακόμη πιο εντυπωσιακό ακόμη πιο όμορφο.
Πριν από χιλιάδες χρόνια ο Θύαμης κυλούσε σε μεγαλύτερο υψόμετρο απ΄ ότι σήμερα. Στην διάβα του όμως, εκεί ανάμεσα στους λόφους της Μπακής και του Ανηλίου συνάντησε αντίσταση. Το έδαφος σκληρό. Το πέτρωμα πωρόλιθος κατά το μεγαλύτερο μέρος στην σύνθεσή του, προσπάθησε να αντισταθεί. Μάταια όμως. Οι αρχαίοι αποκαλούσαν το ποτάμι Θύαμη για να προσδώσουν σ΄ αυτόν τον χαρακτηρισμό του «θυμωμένου«.Άλλωστε Θύω στα αρχαία σημαίνει θυμός, όπως έχω σημειώσει και στο κεφάλαιο για τον Καλαμά και την ονομασία του. Και δεν είχαν άδικο. Τα άγρια ορμητικά νερά του κατόρθωσαν να βρουν διέξοδο στο πρόσκαιρο εμπόδιο που δημιούργησε ο βράχος και άνοιξαν κάτω απ΄ αυτόν δίοδο, δημιουργώντας έτσι με τον χρόνο, φυσικό γεφύρι. Το γεφύρι που κατασκεύασε η φύση, το γεφύρι που κατασκεύασε ο Θεός για τους κατοίκους της περιοχής. Γι΄ αυτό και το ονομάσανε ΘΕΟΓΕΦΥΡΟ.
Ωστόσο για τον τρόπο δημιουργίας υπάρχει και η άποψη που διατυπώνει ο Παναγιώτης Αραβαντινός ο οποίος υπογραμμίζει:
» …όπερ εσχηματίσθη προ αμνημονεύτων ετών εκ διασείσεως ισχυράς καταπεσόντων μεγίστων σκοπέλων εκ του βουνού, του κατά την αριστεράν όχθην κείμενον…»
Υποστηρίζει δηλαδή ο Αραβαντινός ότι μετά από μια ισχυρή σεισμική δόνηση στην περιοχή, κάποιος βράχος από το διπλανό βουνό, μάλλον της Μπακής, έφυγε από την θέση του και κατρακύλησε στο βάθος της μικρής χαράδρας. Σταμάτησε στο πιο στενό σημείο της και ένωσε της δύο όχθες του ποταμού, δημιουργώντας ένα φυσικό γεφύρι.
Την άποψη αυτή ασπάζεται και ο Στέφανος Μπέτης στο βιβλίο του Ονοματολογία των χωριών Νομού Ιωαννίνων.
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως η περίπτωση σχηματισμού του γεφυριού συνέπεια κατολίσθησης βράχου, λόγω σεισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί λογική από την άποψη ότι υπάρχουν πολλές συμπτώσεις. Μία από αυτές και η πιο σημαντική είναι ότι ο βράχος πέφτει στο πιο στενό σημείο του ποταμού. Ακόμη, αν κανείς δει το γεφύρι από κάτω, τότε θα αντιληφθεί ότι υπάρχουν έντονα τα στοιχεία της διάβρωσης του βράχου από τα νερά, απόδειξη ότι ο βράχος ήταν εκεί όταν το νερό πέρασε, πρώτα από πάνω του και μετά κάτω απ΄ αυτόν. Σχετικά με το θέμα αυτό η Αμαλία Παπασταύρου δεν αποκλείει και την περίπτωση της ανθρώπινης παρέμβασης, κάτι που σημειώνει στο βιβλίο της για την Ζίτσα.
«…Η γέφυρα αυτή φαίνεται ότι άλλοτε ήτο καταρράκτης και εις πολύ απώτερους χρόνους ο ποταμός ήνοιξε δίοδον κάτωθεν του κολοσσιαίου βράχου εις μέγα βάθος. Η οπή ήτο μικράν και ηπείλει καταστροφάς. Φαίνεται δε ότι χείρες ανθρώπων ειργάσθησαν και μετέβαλον αυτήν εις πελώριαν πύλην, ορθογώνιον μάλιστα, δι΄ ης ο Θύαμις ελευθέρως διέρχεται…»
Βέβαια η εκτίμηση της Αμαλίας Παπασταύρου δεν στηρίζεται σε κάποια μαρτυρία. Και πως άλλωστε θα μπορούσε να υπάρξει μαρτυρία, αφού το Θεογέφυρο είχε γίνει αρκετούς αιώνες πριν από την συγγραφή του βιβλίου.
Πάντως, σαν συμπέρασμα είναι παρακινδυνευμένο, γιατί έστω και αν αρχικά η οπή ήταν μικρή, τι είδους καταστροφές θα μπορούσε να επιφέρει σε μια περιοχή όπου, δεν υπήρχαν καλλιεργίσιμες εκτάσεις, όπως άλλωστε και σήμερα. Οι «Κερασιές» είναι πιο κάτω και κανένας, υποτιθέμενος καταρράκτης, δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει καταστροφές.
Αν, παρ΄ όλα αυτά, δεχθούμε ότι προκαλούσε καταστροφές, σκέφτεται κανείς πόσο δύσκολο θα ήταν για τους ανθρώπους της εποχής, να νικήσουν την δύναμη του νερού και να μεγαλώσουν την τρύπα κάτω από τον βράχο; Η πιο λογική εξήγηση θεωρώ ότι είναι η ακόλουθη: Τα νερά του ποταμού, στην μακρόχρονη διαδρομή τους, κατατρώγουν το έδαφος διαμορφώνοντας μέσα στους αιώνες την κοίτη τους. Σε κάποια χρονική περίοδο βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν τεράστιο βράχο. Για χρόνια πολλά κυλούσαν πάνω από αυτόν. Σιγά-σιγά όμως άρχισαν να τον κατατρώγουν και να δημιουργούν σ΄ αυτόν μια οπή, η οποία στο πέρασμα του χρόνου μεγαλώνει, καθώς η κοίτη του Καλαμά κατεβαίνει ακόμη πιο χαμηλά και δημιουργείται το Θεογέφυρο. Από τότε που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δημιουργήθηκε το γεφύρι, αποτέλεσε τον βασικό συγκοινωνιακό κόμβο μεταξύ των χωριών που βρίσκονται στις δύο όχθες του Καλαμά. Μάλιστα ο Αραβαντινός στην περιγραφή της Ηπείρου μέρος Α σελ 21-22 υποστηρίζει ότι «…Δια της γεφύρας ταύτης ετελείτο η από Θεσπρωτία προς Ιωάννινα συγκοινωνία πριν ο Αλή Πασάς αναγείρει την του Ράικου γέφυραν…»
Αυτό σημαίνει ότι μέχρι το 1800 περίπου, όπου υπολογίζεται ότι ο Αλής κατασκεύασε το γεφύρι στο Ράϊκο, το Θεογέφυρο ήταν ο βασικός συγκοινωνιακός κόμβος τουλάχιστον για τα χωριά της δεξιάς όχθης, με το μεγάλο οικονομικό και πολιτικό κέντρο που ήταν τα Γιάννινα.
Ας τρέξουμε τον χρόνο για να φθάσουμε στο σήμερα και παρατηρήσουμε ότι σε ένα σημείο του γεφυριού, στην πλευρά του τόξου που καταλήγει στην όχθη από την μεριά του Λιθίνου, υπάρχει ένα τμήμα τοίχου που λειτουργεί ως υποστύλωμα.
Τους πιο ηλικιωμένους του χωριού που ρώτησα για το αν θυμούνται την κατασκευή του τοίχου, ο οποίος έχει ύψος 1,50μ περίπου και μέσο πλάτος 1 μ. Μου απάντησαν αρνητικά. Κανείς δεν θυμάται αν ποτέ κάποιος χωριανός ή οποιοσδήποτε άλλος, είχε προχωρήσει στην κατασκευή αυτού του υποστυλώματος, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να έχει γίνει τουλάχιστον πριν το 1920.
Για να γίνει όμως αυτή η κατασκευή σίγουρα χρειαζόταν περισσότερα από ένα άτομα, αφού η θέση του τοίχου βρίσκεται σε μια άβατη και πολύ επικίνδυνη μεριά του γεφυριού. Σ΄ ένα σημείο επικίνδυνο.
Ποτέ δεν θα μπορούσε ένας άνθρωπος από μόνος του να κάνει αυτό το εγχείρημα. Χρειαζόταν πολλοί περισσότεροι. Αν πάλι γινόταν αυτή η «επιχείρηση» στα νεώτερα χρόνια, τότε κάποιοι από τους γεροντότερους του χωριού θα ενθυμούντο κάτι. Άλλωστε δεν επρόκειτο για ένα απλό έργο, ένα καθημερινό έργο για να περάσει απαρατήρητο.
Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι πως χτίστηκε αυτό -και δύο ακόμη τμήματα – στο τόξο του γεφυριού;
Η πιο πιθανή εξήγηση, αν και αυτή αποτελεί υποχρεωτικά μια εικασία, αφού δεν υπάρχουν μαρτυρίες είναι η εξής:
Δίπλα στο Θεογέφυρο υπάρχει η Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία μέχρι το 1668 ήταν μοναστήρι. Πιθανότατα λοιπόν οι μοναχοί, φοβούμενοι την σταθερότητα του βράχου που λειτουργούσε ως γέφυρα, να θέλησαν κάποια στιγμή να το υποστυλώσουν.
Αν πάλι δεν ήταν οι μοναχοί αυτοί που προχώρησαν στην στερέωση του γεφυριού, τότε ενδεχόμενα να έκαναν αυτό το έργο όσοι συστηματικά χρησιμοποιούσαν το γεφύρι. Για παράδειγμα οι έμποροι της περιοχής. Θυμίζω ότι ο μοναδικός δρόμος επικοινωνίας της δυτικής πλευράς του Καλαμά με τα Γιάννινα ήταν μέχρι το 1800 αυτός που περνούσε από το Θεογέφυρο.
Πολύ πιθανά λοιπόν κάποιοι έμποροι που φοβήθηκαν για την σταθερότητα του γεφυριού, να χρηματοδότησαν αυτό το μικρό μεν αλλά επικίνδυνο έργο.
Σκέψεις οι οποίες δεν στηρίζονται σε κάποια στοιχεία και μαρτυρίες αλλά στην προσπάθεια μια λογικής ερμηνείας. Σαν τέτοιες λοιπόν μπορούν ανά πάσα στιγμή να χαρακτηρισθούν αυθαίρετες και να ανατραπούν από κάποιον που θα παρουσιάσει μια άλλη περισσότερο τεκμηριωμένη εξήγηση.
Αξίζει στο σημείο αυτό να πω πως με τις δικές μου εκτιμήσεις συμφωνεί και ο αρχιτέκτονας της 8ης Εφορείας Βυζαντινών αρχαιοτήτων Γιώργος Σμύρης ο οποίος έκανε μελέτη για το Θεογέφυρο. Όπως μου είπε ο ίδιος στην προσπάθειά του να δει από κοντά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το γεφύρι, με την βοήθεια συναδέλφων του, κρεμάστηκε στο κενό και έκανε κάποιες σημαντικές παρατηρήσεις.
Μου είπε λοιπόν ότι υπάρχουν υποστυλώματα σε τρία και όχι μόνο σε ένα, σημεία του γεφυριού. Το δεύτερο βρίσκεται στο μέσο του τόξου και το τρίτο στην άλλη πλευρά του τόξου, από την μεριά της Μπακής. Ούτε και ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει την χρονολογία κατασκευής αυτών των υποστυλωμάτων. Όμως οι πληροφορίες που μου έδωσε για την παρουσία τους σε καίρια σημεία του βράχου, ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσες.
Η πλαγιά του λόφου στον οποίο είναι χτισμένο το χωριό, το Ανήλιο, φαίνεται πως κάποτε δεν ήταν όπως σήμερα δασοσκεπής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα νερά της βροχής να μην συγκρατούνται από τα δέντρα, να ρέουν επιφανειακά και να πέφτουν στο ποτάμι αφού περνούσαν πρώτα πάνω από τον βράχο. Η ροή όμως αυτή του νερού, στο πέρασμα του χρόνου, προκάλεσε διαβρώσεις σε διάφορα σημεία, με αποτέλεσμα ο φόβος για την σταθερότητα του γεφυριού να μεγαλώνει. Αυτό λοιπόν επισημάνθηκε απ΄ όσους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο χρησιμοποιούσαν το γεφύρι και φυσικά ενδιαφερόταν για την σταθερότητά του, να το υποστυλώσουν. Και τα σημεία που χρειαζόταν ενίσχυση ήταν οι δύο βάσεις του γεφυριού και το ανώτατο σημείο του τριγώνου που σχηματίζει.
Πάντως ο Γιώργος Σμύρης που είδε από κοντά την «κοιλιά» του γεφυριού απέκλεισε την περίπτωση ανθρώπινης παρέμβασης στην δημιουργία του γεφυριού, κάτι που όπως αναφέραμε υποστηρίζει η Αμαλία Παπασταύρου.

 ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ
 Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, αρκετοί ήταν αυτοί που στο παρελθόν έχουν γράψει και περιγράψει την μοναδική ομορφιά του Θεογέφυρου. Η Αμαλία Παπασταύρου περιγράφοντας την συγκεκριμένη τοποθεσία κάνει λόγο για την ύπαρξη ενός πλατάνου που υπήρχε εκεί, ο οποίος γέρνοντας δημιουργούσε ένα φυσικό εξώστη.
«…Αι εκατέρωθεν όχθαι και αυτή η γέφυρα καλύπτονται υπό προαιώνιων δρυών και πλατάνων και ακτίς του ηλίου ποτέ δεν εισχωρεί. Η γέφυραν έχει πλάτος αρκετόν και επ αυτής είναι το μεγαλύτερον δέντρον του οποίου ο κορμός προς την άβυσσον σχηματίζει είδος εξώστου επί του οποίου στηριζόμενος τις δύναται να διίδη το καταπληκτικόν βάθος αλλά ουχί και χωρίς ίλιγγον. Οι κλώνοι του εφάπτουσι την απέναντι όχθην. Βοή φοβερά ανέρχεται ως από Άδου και μόνον οι αφροί διακρίνονται εις το βάθος. Ο ποταμός κατωφερής ενταύθα και κατά βράχων συντριβόμενος αποτελεί βρυχηθμόν μυρίων λεόντων, ατενίζων δε τις την άβυσσον νομίζει ότι φεύγει μετά του ποταμού..»
 Η ίδια συγγραφέας κάνει λόγο και για ένα κανάλι που υπήρχε πάνω στο γεφύρι και το οποίο μετέφερε νερό για πότισμα στον κάμπο των Πατέρων:
 «…Αψίς πολύτοξος ενώνει τα εκατέρωθεν των οχθών υψώματα οι της θεογεφύρας στηριζόμενη, χρησιμεύει εις μεταφοράν ύδατος προς άρδευσιν των αγρών της Μονής Πατέρων…»
 Η καμάρα αυτή υπήρχε, με διάφορες κατά καιρούς μετατροπές, μέχρι το 1958 περίπου οπότε κατασκευάστηκε η σημερινή.

 ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Συνηθίζεται κάθε τι μεγάλο, αξιοθαύμαστο ή και δύσκολα ερμηνευόμενο, να αγκαλιάζεται από παραδόσεις και θρύλους. Έτσι και για το Θεογέφυρο.

Μια παράδοση λοιπόν λέει για την κατασκευή του:
…Μια γυναίκα λεχώνα από το Λίθινο μια μέρα πήγε στο Μοναστήρι για ν΄ ανάψει τα καντήλια του, αφήνοντας πίσω το παιδί της να κοιμάται. Το πέρασμα του ποταμού πρώτα γινόταν με μια λιάσα. Με μια πρόχειρη ξύλινη γέφυρα. Καθώς έφθασε στο μοναστήρι άρχισε να πέφτει δυνατή βροχή. Το ποτάμι θέριεψε. Τα νερά του ανέβηκαν πολύ και παρέσυραν την ξύλινη γέφυρα.
Στο γύρισμά της η λεχώνα γυναίκα βλέπει την γέφυρα να λείπει και γεμάτη αγωνία για το πως θα περάσει απέναντι σκύβει, γονατίζει και προσεύχεται:
«...Θεέ μου τι θα κάνω τώρα που είμαι λεχώνα και θα πρέπει να βυζάξω το παιδί μου. Θα ξυπνήσει και θα κλαίει…» είπε στην προσευχή της. Τότε με μιας τα νερά του ποταμού υποχώρησαν και στο σημείο που ήταν η ξύλινη γέφυρα, χάθηκαν. Είχαν χωνέψει κάτω από μια μεγάλη πέτρα για να βγουν και πάλι στην επιφάνεια λίγα μέτρα πιο κάτω. Η λεχώνα μόλις διαπίστωσε ότι μπορεί να περάσει απέναντι έτρεξε στο σπίτι της και τάϊσε το παιδί της, που στο μεταξύ μόλις είχε ξυπνήσει.
Αφού το τάισε τότε συνειδητοποίησε τι ακριβώς έγινε στο ποτάμι. Τρέχει χτυπάει την καμπάνα του χωριού φωνάζοντας «...Ελάτε χωριανοί έγινε θαύμα. Ελάτε χωριανοί έγινε θαύμα. Ο Θεός χάλασε την ξύλινη γέφυρα και έφτιαξε μια δική του…»
Μαζεύτηκαν οι χωριανοί και πήγαν στο σημείο της διάβασης, όπου διαπίστωσαν πραγματικά το ποτάμι να περνάει κάτω από έναν βράχο ο οποίος σχημάτιζε ένα φυσικό γεφύρι.

Έτσι λοιπόν η παράδοση λέει ότι σχηματίστηκε το γεφύρι. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της γυναίκας και δημιούργησε ένα γεφύρι για να περάσει αυτή απέναντι να ταίσει το μικρό της αγγελούδι. Για τον λόγο αυτό οι κάτοικοι του χωριού έβγαλαν το γεφύριΘΕΟΓΕΦΥΡΟ, ονομασία η οποία είναι γνωστή ως τα σήμερα.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s